Παιχνίδια της μοίρας
- 22 Μαϊ 2013
- Ανανεώθηκε 22 Μαϊ 2013
- Αναρτήθηκε 22 Μαϊ 2013
- Εμφανίσεις: 954
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Για σας ονομάζομαι Τόνυ Νικολαΐδης και παρόλο που ακούγοντας το όνομά μου θα περιμένατε να είμαι ο πρωταγωνιστής των παρακάτω ιστοριών αντιθέτως οι παρακάτω ιστορίες πρωταγωνίστησαν στην δική μου ζωή. Δεν πρόκειται για μυθοπλασίες αλλά για αληθινές ιστορίες, τόσο αληθινές όσο και η οικονομική κρίση που επικρατεί στην Ελλάδα. Από τις ιστορίες που θα σας διηγηθώ δυστυχώς μόνο η μία έχει ευχάριστο τέλος αλλά καμία ευχάριστη αρχή. Οι ήρωες παλεύουν με την μοίρα τους, κυνηγάνε την αλήθεια τους, ζούνε με τα πάθη τους, βγάζουν τα δικά τους συμπεράσματα και παίρνουν τις ανάλογες αποφάσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
Ο ''Τρελός'' γιός
Η ιστορία αυτή που θα σας διηγηθώ μου την είπε ο ίδιος ο Μάρκος, τον οποίο θα γνωρίσετε αργότερα κατά την ανάγνωση αυτού του κεφαλαίου. Ζούσαν κάποτε πριν από πολύ καιρό ένας άντρας και μια γυναίκα που από την πρώτη στιγμή που κοιτάχτηκαν κατάλαβαν πως ήταν πολύ ερωτευμένοι μεταξύ τους. Δυστυχώς καμιά από τις δυο οικογένειες δεν ενέκρινε τον γάμο αυτών των δυο και τους απειλούσαν πως αν επιχειρούσαν μια τέτοια πράξη θα τους αποκλήρωναν. Οπότε αποφάσισαν να φύγουν μαζί για να ζήσουν τη ζωή τους ευτυχισμένοι χωρίς τα εμπόδια των άλλων.
Μην έχοντας την απαιτούμενη μόρφωση και εκπαίδευση, δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά και αφού δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα, δεν μπορούσαν να αγοράσουν το δικό τους σπίτι. Έτσι ο άνδρας έχτισε σε αυτόν και την γυναίκα του ένα χαριτωμένο ξύλινο σπιτάκι στην καρδιά του δάσους, το οποίο μάλιστα είδε ένας ξυλοκόπος, που δούλευε στο χωριό, και του προσέφερε δουλειά στο εργαστήρι του. Αφού κατάφεραν να σταθούν στα πόδια τους απέκτησαν τέσσερα αγοράκια τον Λευτέρη, τον Μάρκο και τον Αντώνη που ήταν δίδυμα, και τον μικρότερο Δημήτρη που τον φώναζαν Τάκη. Δυστυχώς ο Τάκης είχε γεννηθεί με νοητικά προβλήματα και διαταραγμένη προσωπικότητα που εκδηλωνόταν κάθε φορά που ζήλευε. Εξαιτίας αυτού του προβλήματος ο Τάκης δεν μπορούσε να σπουδάσει, να βρει δουλειά και να ζήσει αυτόνομα. Αντιθέτως τα αδέρφια του, παρά τις αντίξοες συνθήκες κατάφεραν, με την στήριξη των γονιών τους και ευκαιριακές δουλειές, να αποφοιτήσουν από το σχολείο και να σπουδάσουν.
Ο Μάρκος δούλευε σε μια λογιστική εταιρεία, ο Αντώνης έγινε ένας φιλόδοξος δικηγόρος και ο Λευτέρης σπούδαζε ιατρική στην Αθήνα. Με τις δουλειές τους κατάφεραν να εξασφαλίσουν στους γονείς τους ένα καινούριο σπίτι για να μένουν στην πόλη. Η μητέρα των παιδιών φοβόταν πως ο Δημήτρης δεν θα άντεχε να αλλάξει περιβάλλον και να προσαρμοστεί αν πήγαινε να ζήσει μέσα στην πόλη, γι αυτό αποφάσισε να τον αφήσουν να μείνει στο πατρικό του και του υποσχέθηκε να πηγαίνει κάθε μέρα να τον βλέπει και να τον φροντίζει. Άλλωστε και ο ίδιος αυτό ήθελε, δεν μπορούσε να βλέπει την ευτυχισμένη ζωή των αδελφών του ούτε της καλοφτιαγμένες τους ζωές. Η μητέρα του πήγαινε κάθε μέρα βρέξει-χιονίσει με το ΚΤΕΛ στο Σοφικό για να βλέπει το γιο της εκτός από εκείνη την μέρα.
Την ημέρα που ο Λευτέρης αποφάσισε να ενωθεί με τα δεσμά του γάμου με την γυναίκα που αγαπούσε, κάλεσε όλους τους συγγενείς και φίλους του. Εξαίρεση αποτελούσαν ο Αντώνης, ο οποίος είχε πάει στην Αμερική με την θεία τους την Εύα, και ο Δημήτρης καθώς ο Λευτέρης ντρεπόταν για τον αδερφό του και επομένως δεν θα τον ήθελε να παρευρεθεί στον γάμο του. Η μητέρα τους δεν θα μπορούσε να μην πάει στον γάμο του γιου της και έτσι δεν μπόρεσε να επισκεφτεί τον γιο της εκείνη τη μέρα. Η ώρα περνούσε και ο Δημήτρης άρχισε να ανησυχεί. Τρέχοντας πήγε στο σπίτι των γονιών του για να μάθει τι είχε συμβεί. Ένας γείτονάς τους τον ενημέρωσε για τον γάμο του αδερφού του χωρίς να ξέρει πως ήταν ο Δημήτρης. Αυτός μόλις το άκουσε έφυγε αμέσως για να πάει στην εκκλησία. Από τους θάμνους παρακολούθησε την τελετή και το γαμήλιο τραπέζι. Τους έβλεπε όλους που χόρευαν και γελούσαν.
Ο Δημήτρης τρελάθηκε από τη ζήλια του, γύρισε σπίτι και άρχισε να καταστρέφει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Την επόμενη ημέρα όταν τελικά κατάφερε να πάει να δει τον γιο της το επόμενο πρωί έντρομη αντίκρισε το χαριτωμένο ξύλινο σπιτάκι της, που με τόσο κόπο έχτισε ο αγαπημένος της, κατεστραμμένο λες και είχε περάσει μόλις πριν από λίγα λεπτά ένας τρομερός τυφώνας. Έψαξε, έψαξε μα δεν έβρισκε πουθενά τον Δημήτρη. Πέρασαν αρκετές μέρες και δεν είχαν κανένα σημείο ζωής του Τάκη. Παρόλη τη στεναχώρια τους δεν περίμεναν τη συμφορά που θα τους έβρισκε σε λίγο.
Σε λιγότερο από ένα μήνα έμαθαν πως ο Λευτέρης και η γυναίκα του δολοφονήθηκαν στο ξενοδοχείο που είχαν πάει για μήνα του μέλιτος. Μετά από μια εβδομάδα δολοφονήθηκαν οι γονείς των αγοριών και από ό,τι φαινόταν ο ένοχος και των δύο δολοφονιών ήταν το ίδιο άτομο σύμφωνα με τα δακτυλικά αποτυπώματα. Η δολοφονία του Μάρκου πήγε να ακολουθήσει αλλά επειδή από το φόβο του είχε ζητήσει από πριν να τον ακολουθάει η αστυνομία, για να μπορέσουν να πιάσουν τον ένοχο, αυτός και ο Αντώνης ήταν ζωντανοί. Όταν λοιπόν παραλίγο να δολοφονηθεί ο Μάρκος η αστυνομία συνέλαβε τον δράστη ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Τάκη. Όταν ήρθε η ώρα της ανάκρισης ο Μάρκος δεν μπορούσε να πιστέψει τα λόγια που έλεγε ο αδερφός του για την οικογένειά τους και πόσο μίσος έκρυβε μέσα του. Μια μέρα πριν από τη δίκη του ο Τάκης αυτοκτόνησε μέσα στο κελί του αφήνοντας γραμμένο με το αίμα του το αρχικό γράμμα Τ του ονόματος του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο
Η ιστορία της Εύας και της αδερφής της
Τα λόγια της, η ιστορία της, η δική της αλήθεια ήταν αυτά που μέχρι και σήμερα με συγκινούν όταν τα σκέφτομαι, η ζωή της Εύας και τα μάτια της όταν μου την εξιστορούσε θα μου μείνουν αξέχαστα.
Τα δικά της λόγια:
Έχουν περάσει χρόνια από τότε αλλά δυστυχώς εγώ ακόμη θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής μου. Ήμουν μόλις έξι ετών όταν αποφασίσαμε με τους γονείς μου και την μεγάλη μου αδερφή την Μάρθα να πάμε το σαββατοκύριακο εκείνο διακοπές στη Ζάκυνθο, ποιος να ήξερε όμως πως το αυτοκίνητό μας θα τράκαρε με ένα φορτηγό. Όταν τελικά ξύπνησα ήμουν μόνη μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Δεν πέρασε πάρα πολύ ώρα και μια νοσοκόμα εισήλθε μέσα στο δωμάτιο. Μόλις με είδε ξύπνια έφυγε τρέχοντας να φέρει το γιατρό. Ο γιατρός αφού με εξέτασε μου θύμισε τι συνέβη και πως οι γονείς μου δεν κατάφεραν να επιβιώσουν από το ατύχημα. Έπειτα μου είπε πως η αδερφή μου ήταν ζωντανή αλλά σοβαρά τραυματισμένη. Εξαιτίας του ατυχήματος η Μάρθα δεν θα μπορούσε να περπατήσει.
Όταν βγήκαμε από το νοσοκομείο μας κάλεσαν ένα ταξί να μας αφήσει σε ένα ορφανοτροφείο, αφού κι οι δυο μας ήμασταν ανήλικες. Εκεί πέρα η ζωή μας ήταν πολύ δύσκολη όχι μόνο για την Μάρθα αλλά και για έμενα. Κανένα από τα παιδιά που έμεναν εκεί δεν μας μιλούσε και μας απέφευγαν για πολύ καιρό λόγω της κατάστασης της Μάρθας. Ευτυχώς που είχαμε η μια την άλλη αλλιώς δεν ξέρω τι θα είχαμε απογίνει. Παρόλο που πολλές φορές ήθελαν να μας χωρίσουν επειδή ήθελαν να μας υιοθετήσουν εμείς παραμείναμε μαζί μέχρι και σήμερα. Η Μάρθα ήταν πια σχεδόν 18 και εγώ 16½ χρονών. Ένας σχεδόν χρόνος έμενε ακόμη μέχρι και οι δυο μας να μπορέσουμε να φύγουμε από αυτό το αφιλόξενο μέρος, γιατί εκτός από τα άλλα παιδιά που έμεναν εδώ ήμασταν όλοι υπό τις διαταγές του πιο μοχθηρού ανθρώπου που υπήρξε ποτέ. Χειρότερη από το Χίτλερ, ποιο στριμμένη από μια πεθερά που τσακώνεται με την νύφη της, ο διάβολος προσωποποιημένος σε γυναικεία μορφή με μια τεράστια ελιά στο δεξί της μάγουλο, με μεγάλα μαύρα μάτια που ένιωθες πως συνέχεια σε παρακολουθούσαν, πάντα με δεμένα μαλλιά και τη βέργα στο χέρι. Το όνομά της ήταν Μελπομένη αλλά όλοι, παιδιά και ενήλικες, την φώναζαν κυρα- Μέλπω.
Η γυναίκα αυτή μας φερόταν σαν να ήμασταν οι δούλοι της. Είχε έρθει στο ορφανοτροφείο πριν από τρία χρόνια, όταν η κυρία Ερικέτη συνταξιοδοτήθηκε και τότε ήταν που οι ζωές μας έγιναν ακόμη ποιο δύσκολες. Κάθε μέρα μας υποχρέωνε να είμαστε ήδη ξύπνιοι και ντυμένοι στις οκτώ ακριβώς. Τότε έρχεται για τον ημερήσιο έλεγχο για να δει αν έχουμε τακτοποιημένα τα δωμάτιά μας. Θυμάμαι μια φορά όταν είχε πρωτοέρθει η κυρ. Μέλπω και εγώ επειδή έγραφα το προηγούμενο βράδυ μέχρι αργά στο ημερολόγιό μου άργησα να κοιμηθώ και επομένως άργησα να ξυπνήσω. Ήταν οκτώ παρά τέταρτο όταν ξύπνησα και έντρομη πετάχτηκα από το κρεβάτι μου όταν είδα τι ώρα είχε πάει. Αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβα να ετοιμαστώ πριν έρθει αυτός ο διάβολος στο δωμάτιό μου. Επειδή δεν ήμουν έτοιμη ακόμη θεώρησε, για να μην ξανακάνω κάτι τέτοιο, κατάλληλη τιμωρία να καθαρίσω τις πατάτες για το μεσημεριανό. Μου έλεγα,΄΄κάνε υπομονή, λίγο ακόμα έμεινε και θα μπορείς να φύγεις από εδώ και δε θα ξαναχρειαστεί να δεις αυτό το στεγνό από αισθήματα άνθρωπο, που ίχνος στοργής δεν έχει να σου δώσει για την υπόλοιπη ζωή σου.΄΄
Μια μέρα όμως, πραγματικά, και παρόλο που εμείς δεν την χωνεύαμε καθόλου, αλλάξαμε γνώμη μετά από αυτά που μας είπε. Έμενε μια εβδομάδα πριν εγώ και η αδερφή μου να έχουμε τη δυνατότητα να φύγουμε από αυτό ίδρυμα και να πάμε να ζήσουμε τις ζωές μας. Όμως τότε ήρθε η κυρα Μέλπω και μας είπε να πάμε να την δούμε στο γραφείο της. Όταν μπήκαμε στο γραφείο της μας ανέφερε πως μια πρόσφατη έρευνα έδειξε πως δεν ήμασταν παιδιά εκείνου του ζευγαριού που πέθανε στο τροχαίο και πως οι πραγματικοί γονείς μας ήταν ζωντανοί!!! Μόλις ακούσαμε τα λόγια της δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα αυτά τα χρόνια στο ορφανοτροφείο τα περάσαμε τζάμπα. Την τελευταία μας μέρα εκεί η κυρ. Μέλπω μας ξαναχτύπησε την πόρτα του δωματίου μας για να μας αφήσει έναν φάκελο στον οποίο βρίσκονταν όλες οι απαραίτητες πληροφορίες που χρειαζόμασταν για να βρούμε τους πραγματικούς γονείς μας οι οποίοι δεν είχαν ιδέα πως ήμαστε ζωντανές καθώς μικρές εκείνο το ζευγάρι μας είχε κλέψει από τους γονείς μας. Καταφέραμε μετά από ένα αρκετά μεγάλο διάστημα να βρούμε τους πραγματικούς γονείς μας οι οποίοι βοήθησαν στη θεραπεία της Μάρθας. Ποτέ δεν ήμασταν ποιο ευτυχισμένες. Ύστερα η Μάρθα παντρεύτηκε το Μιχάλη παρά την έντονη αντίθεση και τελικά την απαγόρευση των γονιών τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο
Η αποκάλυψη
Γρήγορα πέρασαν αυτά τα 45 χρόνια. Ούτε που το κατάλαβα πότε έκλεισα τα 18, πότε έφτιαξα δική μου οικογένεια, πότε έγινα για πρώτη φορά πατέρας και κράτησα στα χέρια μου τον Νεκτάριο και τη Μάρθα. Ακόμα δεν το πιστεύω, πως πέρασε τόσο γρήγορα ο καιρός από τότε που πέθανε η Ζωή, η δική μου η ζωή, η γυναίκα που λάτρευα όσο τίποτα στον κόσμο, σ΄ εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα και ξαφνικά έπρεπε να μεγαλώσω τα δίδυμα μόνος μου. Πέρασε η ζωή μπροστά από τα μάτια μου και εγώ τα είχα κλειστά. Δούλευα όλη μέρα για μεγαλώσω τα παιδιά μου και για να μην τους λείπει τίποτα αλλά δεν στεναχωριόμουν. Προσπαθούσα να μην τους δείχνω το πόσο μου έλειπε η μητέρα τους για και αυτά είχανε πονέσει πολύ. Ένα πράγμα ήθελε όλη της ζωή, να ταξιδέψει. Το όνειρο αυτό όμως την σκότωσε. Το ξεπέρασαν με το καιρό, συνήθισαν με την κατάσταση που υπήρχε, αλλά πόσα μπορούν να αντέξουν δυο δεκαπεντάχρονα;;;
Συνέβη πριν από ένα περίπου μήνα την μέρα που με απέλυσαν, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό, λόγω περικοπών, είπαν. Έχασα την γη κάτω απ τα πόδια μου. Με όση ψυχική δύναμη μου είχε απομείνει έψαξα μα δεν κατάφερα να βρω την παραμικρή δουλειά. Απελπίστηκα και ξαναήπια, παρόλο που το είχα υποσχεθεί στη Ζωή πως δεν θα έπινα πότε ξανά. Δεν θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα, αν ήμουν μόνος μου. Για μένα δεν θα με ένοιαζε, αλλά τα παιδιά μου; Μόνο αυτά σκεφτόμουνα. Μεθυσμένος και απογοητευμένος απ΄ την τύχη μου, το ίδιο βράδυ έμπλεξα με μια συμμορία και πήγαμε να κλέψουμε ένα μαγαζί υπολογιστών για να τα πουλήσουμε και να μαζέψουμε χρήματα. Μας έπιασαν στα πράσα. Δεν ξέρω πως κατάντησα έτσι τον εαυτό μου και έφτασα να κάνω μέχρι και ληστεία. Νιώθω πως τελικά έγινα σαν τον αδερφό μας τον Δημήτρη, που κατέληξε από την ζήλια του να σκοτώσει τους γονείς και τον αδερφό μας, ή σαν το άλλο το ζευγάρι που απήγαγε την μητέρα μας και την αδερφή της την Εύα μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούσαν να αποκτήσουν δικά τους παιδιά.
Τώρα μέσα στην φυλακή, σιχαίνομαι τον εαυτό μου που άφησα τα αγγελούδια μου απροστάτευτα και χωρίς πατέρα. Νιώθω ένα τίποτα!
Αυτά έγραψε και αυτοκτόνησε.
Γι αυτό ακριβώς τον λόγο γράφω αυτό το βιβλίο, αυτός ήταν ο αδελφός μου, ένας άνθρωπος που δεν άντεξε... Εγώ πήρα τα παιδιά στο σπίτι μου στην Αμερική και τα μεγάλωσα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όσο μπορούσα βέβαια. Τα τραύματα ήταν τεράστια και οι πληγές δεν έκλεισαν ποτέ. Όταν πια έφτασαν στην ηλικία τον δεκαοκτώ ετών τους έδωσα το γράμμα με την ελπίδα ότι θα προσπαθούσαν να καταλάβουν, να δικαιολογήσουν και να συγχωρήσουν, ίσως, τον πατέρα τους.
Μεταξά Κων/να



