Κανονικά, όταν ένας έφηβος μαθαίνει από τους γονείς του ότι μετακομίζουν σε μια επαρχιακή πόλη, νιώθει τόση στεναχώρια που φτάνει στα πρόθυρα κατάθλιψης. Όταν όμως οι γονείς του Νίκου του ανακοίνωσαν το ίδιο νέο, ακολούθησε μόνο η εξής ερώτηση: «Θα έχει Internet εκεί που θα πάμε;». Γιατί, πραγματικά, τα μόνα που χρειαζόταν ο Νίκος για να ζήσει ήταν οξυγόνο, νερό, φαγητό και... Internet. Αν δεν έμπαινε μια μέρα στο Facebook τρελαινόταν. Δεν έλεγε ποτέ «ο φίλος μου ο Κώστας» ή «η συμμαθήτριά μου η Κάτια». Μόνο «ο φίλος μου ο pao4ever» και «η φίλη μου η super_girl346». Αυτούς θεωρούσε φίλους του. Άτομα που δεν είχε συναντήσει ποτέ. Γι’ αυτό και όταν θα έφευγε από την Αθήνα δεν θα του έλειπαν και τόσο οι συμμαθητές του.
Όταν έφτασε στην Καρδίτσα, στην πόλη όπου μετακόμισε η οικογένειά του, δεν πρόσεξε ότι υπήρχαν δεκάδες ποδηλάτες δίπλα του. Ούτε πρόσεξε πως το σπίτι που θα έμεναν πλέον ήταν μια συμπαθέστατη μονοκατοικία, με βυσσινί τοίχους και ανθισμένο κήπο. Πρόσεξε όμως ότι για κάποιο λόγο στην Καρδίτσα υπήρχε καλύτερο σήμα για το κινητό. Τρεις εβδομάδες αργότερα ξεκίνησαν τα σχολεία. Ο Νίκος άκουγε τα άλλα παιδιά να λένε για το πώς πέρασαν το καλοκαίρι τους. Μια παρέα κοριτσιών φαινόταν σαν να τον σχολίαζε. Είχαν μάθει ότι είχε έρθει ο “Αθηναίος”. Ένα αγόρι του έπιασε κουβέντα και άρχισαν να μιλάνε για διάφορα, κυρίως για το νέο του σχολείο.
- Πάντως, απ' όλους τους καθηγητές, ο Κατσάρας είναι ο χειρότερος. Λίγο να αργήσεις στο μάθημα, σε διώχνει έξω με αποβολή!, του έλεγε το αγόρι, ο Κωστής.
Ο Νίκος όμως δεν άκουγε, είχε δει κάτι, το μόνο πράγμα που θα τον ενδιέφερε να κοιτάει εκτός από την οθόνη του PC. Ένα πανέμορφο κορίτσι, αδύνατο, με καστανά σπαστά μαλλιά και καταγάλανα μάτια. Ήταν όλο κέφια, τριγύριζε από παρέα σε παρέα χαμογελαστή και τους ευχόταν για τη νέα σχολική χρονιά. Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν στη δική του παρέα.
- Γειά, Κωστή! Καλή σχολική χρονιά! Ει, εσύ θα πρέπει να είσαι ο καινούριος από την Αθήνα, σωστά; είπε και στράφηκε στον Νίκο.
- Ε, ναι εγώ είμαι. Με λένε Νίκο.
- Γεια σου, Νίκο. Εγώ είμαι η Ζωή. Λοιπόν, πώς σου φάνηκε η Καρδίτσα ως τώρα;
- Εμ, μια χαρά είναι..., απάντησε. Τι να της έλεγε; Ότι επί τρεις εβδομάδες τώρα στην Καρδίτσα είχε δει μόνο την οθόνη του υπολογιστή;
Το κουδούνι εκείνη την ώρα χτύπησε και η παρέα χωρίστηκε. Αργότερα, όταν τους μοίρασαν σε τμήματα, ο Νίκος κάθισε με τον Κωστή και ανυπομονούσε να μάθει αν η Ζωή θα ήταν στο ίδιο τμήμα με αυτόν. Ντρεπόταν να ρωτήσει τον Κωστή, θα καταλάβαινε ότι του άρεσε. Δε χρειάστηκε όμως, γιατί η Ζωή έμπαινε στην τάξη εκείνη την ώρα με μια φίλη της. Καθ' όλο το υπόλοιπο μάθημα ο Νίκος σκεφτόταν τον κατάλληλο τρόπο για να ρωτήσει την Ζωή αν είχε Facebook. Τελικά τη ρώτησε στο 5ο διάλειμμα. Η απάντηση τον άφησε άφωνο:
- Δεν έχω Facebook. Δε μου χρειάζεται, είναι περιττό. Γι' αυτό, αν θες, μπορώ να σου δώσω τον αριθμό του κινητού μου.
- Ναι, εντάξει, απάντησε.
- Αλήθεια, εσένα γιατί σ' αρέσει το Facebook; τον ρώτησε η Ζωή.
Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Είχε πιάσει πολλές φορές τον εαυτό του να βαριέται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Όμως, όλοι οι γνωστοί του στην Αθήνα είχαν Facebook κι έτσι είχε κι αυτός. Άραγε, του άρεσε πραγματικά ή ήταν μια συνήθεια;
- Δεν ξέρω, της απάντησε τελικά. Γνωρίζεις νέους φίλους, τους κάνεις add, και τέτοια...
- Μα, όλα αυτά βρίσκονται σε μια οθόνη, είναι ό,τι πραγματικά θέλεις; του είπε χαμογελαστά η Ζωή και έφυγε.
Ο Νίκος έμεινε μόνος στη μέση του προαυλίου και συλλογιζόταν αυτά που του είπε η Ζωή. Είχε δίκιο. Έχει την πλάκα του να κάνεις chat με τους φίλους σου και να χαζεύεις τα αστεία καρτουνάκια που είχε ο καθένας στη σελίδα του, αλλά ως ένα σημείο. Και τότε το πήρε απόφαση. Θα σταματούσε να περνάει όλο του το χρόνο στο Facebook. Ίσως έτσι να έκανε και καλύτερη εντύπωση στη Ζωή.
Η απόφασή του όμως κράτησε μέχρι να φτάσει στο σπίτι. Χωρίς να το καταλάβει, μόλις μπήκε στο δωμάτιό του άνοιξε τον υπολογιστή και αφέθηκε στον κόσμο του Παγκόσμιου Ιστού. Ούτε κουβέντα πλέον περί διαγραφής του λογαριασμού του, η λίστα των φίλων του ήταν τόσο μεγάλη, είχε εκατοντάδες likes και ο ίδιος ήταν τόσο παθιασμένος και απορροφημένος με όλα αυτά. Εξάλλου, μήνες τώρα αυτό έκανε και αυτό τον ικανοποιούσε. Ποιος λογικός άνθρωπος θα άφηνε έναν τόσο επιτυχημένο λογαριασμό; Μα φυσικά κανένας! Γι' αυτό και δεν θα υπήρχε τίποτα περί “αλλαγής τρόπου ζωής” στις επιλογές του.
Είχε φτάσει Δεκέμβριος και πλησίαζαν οι διακοπές των Χριστουγέννων. Αν και δεν το περίμενε, αφού δεν έκανε παρέα με κανέναν παρά μόνο με τους ηλεκτρονικούς του φίλους, ο Κωστής τον κάλεσε να πάνε μαζί με άλλους τέσσερις συμμαθητές τους για ένα πενταήμερο στο εξοχικό των γονιών του, στη λίμνη Πλαστήρα.
- Θα σου αρέσει πολύ εκεί. Το τοπίο είναι καταπληκτικό!, του είπε ο Κωστής.
- Ποιοι θα είμαστε; ρώτησε ο Νίκος.
- Εσύ, ο Αλέξης, εγώ, η Μυρτώ, η Ναταλία και η Ζωή, δηλαδή έξι άτομα, του απάντησε.
- Πώς και η Ζωή;, ρώτησε, τάχα αδιάφορα, ο Νίκος.
- Όλα τα παιδιά που σου είπα τα γνωρίζω από το Δημοτικό και πηγαίνουμε στη λίμνη σχεδόν κάθε Χριστούγεννα. Το έχουμε καθιερώσει! Περνάμε φανταστικά, με πεζοπορίες στο βουνό, παιχνίδια στο χιόνι, ψήνουμε κάστανα στο τζάκι…
Λίγες μέρες αργότερα η παρέα βρισκόταν στη λίμνη Πλαστήρα. Είχαν αρχίσει να πέφτουν τα πρώτα χιόνια και η ήρεμη επιφάνεια της λίμνης ήταν ένα θέαμα που σου έκοβε την ανάσα. Έφτασαν στο σπίτι, βόλεψαν τις βαλίτσες τους και βγήκαν έξω για χιονοπόλεμο. Όλοι, εκτός από τον Νίκο, ο οποίος έμεινε στο δωμάτιό του, έβγαλε από τη θήκη το laptop που είχε φέρει μαζί του και άρχισε να στέλνει e-mail στους φίλους του. Η Ζωή τον είδε και του έβαλε τις φωνές.
- Μα, πώς μπορείς να μένεις μέσα ενώ έχεις έρθει εκδρομή σε ένα τόσο ξεχωριστό μέρος και όταν όλοι οι υπόλοιποι είναι έξω και παίζουν; Δεν σε ενδιαφέρει να δεις κάτι καινούριο και να έχεις νέες εμπειρίες;
Τελειώνοντας την πρότασή της τράβηξε την καρέκλα με τα ροδάκια που καθόταν ο Νίκος.
- Εεε, περίμενε, ένα λεπτό θέλω μόνο!, διαμαρτυρήθηκε.
- Κανένα λεπτό δεν έχει! Άντε, σήκω! Μην με αναγκάσεις να σε σύρω μέχρι έξω!, συνέχισε η Ζωή.
- Ένα τελευταίο e-mail!, αντιστάθηκε ο Νίκος.
Η Ζωή δεν περίμενε καθόλου. Άφησε την καρέκλα και απλά έσβησε τον υπολογιστή.
- Επιτέλους! Σαν άρρωστος κάνεις! Έλα τώρα έξω να διασκεδάσουμε, μας περιμένουν οι άλλοι!
Ο Νίκος την ακολούθησε με κρύα καρδιά. Ένα σημαντικό chat είχε μείνει στη μέση. Στο βουνό όμως είχε τελικά πάρα πολύ πλάκα! Έπαιξαν χιονοπόλεμο με τις ώρες και στο τέλος έφτιαξαν χιονάνθρωπους. Έσκασαν όλοι στα γέλια όταν η Μυρτώ έβαλε στο χιονάνθρωπό της ξυλαράκια που τα ένωσε σαν αλογοουρά για να μοιάζουν με τα δικά της μαλλιά!
Κατά τη διάρκεια του βραδινού και όταν ο Νίκος πήγε στο μπάνιο, η Ζωή ενημέρωσε τους υπόλοιπους για το θέμα με τον υπολογιστή. Όλοι το είχαν καταλάβει και συμφώνησαν πως έπρεπε κάτι να κάνουν για να τον ξεκολλήσουν από την μανία του. Κατέστρωσαν λοιπόν τα εξής σχέδια για άμεση εφαρμογή:
Σχέδιο 1: Κάθε φορά που ο Νίκος θα επέλεγε τον υπολογιστή αντί της βόλτας και της διασκέδασης με τους υπόλοιπους, θα καμώνονταν πως «οι καιρικές συνθήκες προκάλεσαν διακοπή ρεύματος», ενώ εκείνοι θα κατέβαζαν τον γενικό διακόπτη του σπιτιού ώστε να τον αναγκάσουν να τους ακολουθήσει.
Σχέδιο 2: Θα του δείχνανε κάθε αξιοθέατο της λίμνης, θα κάνανε μικρές εκδρομές στα κοντινά χωριουδάκια και άλλα πολλά, για να τον κρατήσουν απασχολημένο και να μην σκέφτεται τον υπολογιστή και το Facebook.
Αν και τα πήγαιναν καλά με τα σχέδιά τους, ήταν σίγουροι ότι ο Νίκος τους είχε καταλάβει. Την τέταρτη μέρα της παραμονής τους στο εξοχικό από το συχνό ανεβοκατέβασμα του διακόπτη του ρεύματος, ο υπολογιστής του Νίκου αρνιόταν να ανοίξει. Ο Νίκος συμπέρανε ότι ήταν δουλειά της Ζωής, μιας και εκείνη το είχε πρωτοκάνει θέμα και θύμωσε. Αυτό πλέον ξεπερνούσε τα όρια! Μόλις άκουσε τα βήματά της στην σκάλα δεν κρατήθηκε και φώναξε:
- Ωραία όλα αυτά περί αντιπερισπασμού μου από τον υπολογιστή, αλλά όχι να μου τον καταστρέψεις κιόλας!
Οι υπόλοιποι σάστισαν και δεν ήξεραν τί να πουν. Μόνο ο Κωστής έσπασε πρώτος την σιωπή.
- Χάλασε; Μα πώς; Ο πατέρας μου ίσως μπορεί να στον επισκευάσει!
Ο Νίκος δεν έδωσε σημασία και κατέβηκε κάτω. Η Ζωή τον ακολούθησε.
- Νίκο, περίμενε! Δεν το έκανα εγώ, αλήθεια! Από μόνος του χάλασε!, του φώναξε.
- Από μόνος του; Εσύ δεν ήσουν αυτή που είχε βάλει σκοπό να με αποσπάσει από τον υπολογιστή; Το πέτυχες! Δεν υπάρχει υπολογιστής πια!, απάντησε αυτός.
Την επόμενη μέρα επέστρεψαν στην Καρδίτσα. Σε όλη την διαδρομή ο Νίκος δεν τους μιλούσε καθόλου, ούτε στη Μυρτώ και στη Ναταλία, που δεν του είχαν κάνει απολύτως τίποτα. Απαντούσε μόνο στις ερωτήσεις της μητέρας του Κωστή, αλλά και σε αυτές ακουγόταν σα να βαριόταν τελείως.
Οι διακοπές των Χριστουγέννων είχαν τελειώσει και η παρέα είχε γυρίσει στο σχολείο. Ο Νίκος εξακολουθούσε να είναι λιγομίλητος και κρατούσε σε απόσταση τη Ζωή. Παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές της, ο Νίκος συνέχιζε να την αγνοεί. Όχι όμως ότι ο ίδιος δεν επηρεαζόταν από αυτό. Δεν είχε όρεξη για τίποτα. Τόσο που, ο χρόνος που ξόδευε πια μπροστά στην οθόνη είχε μειωθεί δραματικά. Άρχισε να βγαίνει έξω συχνά πλέον. Ο Κωστής βάλθηκε να του μάθει απ’ έξω και ανακατωτά κάθε δρόμο και δρομάκι, όλα τα κατατόπια της Καρδίτσας. Μέχρι και οι βαθμοί του Νίκου βελτιώθηκαν σε μερικά μαθήματα.
Η αλλαγή στη συμπεριφορά του είχε ήδη φανεί. Ένα τηλεφώνημα όμως θα τα άλλαζε ακόμα περισσότερο. Ο Νίκος είχε δώσει το laptop του για επισκευή στον πατέρα του Κωστή. Γι’ αυτό και χάρηκε όταν ο Κωστής τον πήρε τηλέφωνο για να του πει πως φτιάχτηκε.
- Βρήκαμε γιατί χάλασε!, του είπε.
- Ναι; Γιατί;
- Δεν ήταν η Ζωή, όπως νόμιζες. Ο υπολογιστής χάλασε από μόνος του. Ξέρεις, από τις συχνές διακοπές του ρεύματος, του απάντησε ο Κωστής.
Ο Νίκος ξαφνιάστηκε. Είπε κάτι που ακούστηκε σαν «Ευχαριστώ» και έκλεισε το τηλέφωνο. Ώστε έκανε λάθος τόσο καιρό. Η Ζωή είχε δίκιο που του έλεγε πως δεν έφταιγε εκείνη. Κι εκείνος δεν την άκουγε! Έπρεπε να της ζητήσει συγνώμη, αλλά τι θα γινόταν αν δεν τον συγχωρούσε; Την αγνοούσε τόσο πολύ τελευταία που κι εκείνη είχε σταματήσει να του μιλάει. Δεν μπορούσε όμως να το αφήσει έτσι. Το πήρε απόφαση. Θα της ζητούσε συγνώμη και θα αποφάσιζε η ίδια αν θα τον συγχωρούσε ή όχι.
Την επόμενη μέρα στο σχολείο ο Νίκος περίμενε πώς και πώς να έρθει η Ζωή. Όλο το προηγούμενο απόγευμα είχε προετοιμάσει τι θα της έλεγε, αλλά εκείνη τη στιγμή τα είχε ξεχάσει όλα. Η Ζωή όμως, σαν να το έκανε επίτηδες, ήρθε ακριβώς τη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι για την προσευχή, αφήνοντας στο Νίκο μηδενικό χρόνο να της μιλήσει. Όλη την επόμενη μέρα η Ζωή ήταν περιτριγυρισμένη από τις φίλες της και φαινόταν σαν να τον απέφευγε παντελώς.
Το κουδούνι για το σχόλασμα είχε χτυπήσει και όλα τα παιδιά έφευγαν για το σπίτι τους. Μόλις η Ζωή αποχαιρέτησε τις φίλες της κι έμεινε μόνη, ο Νίκος άρπαξε την ευκαιρία. Την πήρε από το χέρι και την τράβηξε λίγο παρακάτω, για να αποφύγουν το πλήθος των παιδιών.
- Μα, τι κάνεις; τον ρώτησε κρατώντας αντίσταση. Με απαγάγεις;
- Πρέπει να σου μιλήσω. Συγνώμη που σου είχα θυμώσει για το laptop όταν ήμασταν στο εξοχικό του Κωστή. Νόμιζα ότι το είχες κάνει εσύ για να με σταματήσεις από το να κάθομαι με τις ώρες μπροστά στην οθόνη. Αλλά ο Κωστής μου είπε απ’ το τηλέφωνο ότι χάλασε μόνο του. Ήθελα να σου ζητήσω συγνώμη όλη τη μέρα, αλλά εσύ με απέφευγες, της είπε κοιτώντας τη στα μάτια.
- Σε απέφευγα γιατί ο Κωστής με πήρε κι εμένα να μου πει για το laptop. Ήθελα να δω αν θα είχες το θάρρος να μου ζητήσεις συγνώμη. Και τελικά το έχεις!, του απάντησε χαμογελώντας.
Όλη η παρέα τελικά συμφιλιώθηκε και κανείς δεν κρατούσε κακία σε κανέναν. Είχε μπει ο Απρίλιος και ο καιρός είχε πια καλυτερέψει αρκετά, ώστε να βγαίνουν όλοι μαζί βόλτα τα σαββατοκύριακα με τα ποδήλατα. Ο Νίκος συνέχισε να περνάει λιγότερο χρόνο με τον υπολογιστή και περισσότερο με τους φίλους του. Είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί πόσα ενδιαφέροντα έχανε όταν καθόταν με τις ώρες στην οθόνη, ακόμα και πριν μετακομίσει στην Καρδίτσα.
Μια εβδομάδα περίπου πριν τις διακοπές του καλοκαιριού, είχαν βγει πάλι όλοι μαζί για βόλτα στο Παυσίλυπο. Η Ζωή έδωσε στον Νίκο ένα μικρό πακέτο τυλιγμένο με πράσινο φιόγκο. Όταν το άνοιξε είδε μέσα τις φωτογραφίες από τις διακοπές τους στη λίμνη Πλαστήρα, μαζί με μερικές άλλες που είχαν βγάλει ενδιάμεσα.
- Γιατί μου τα δίνεις αυτά; τη ρώτησε γεμάτος περιέργεια.
- Είναι το δώρο σου, του απάντησε σαν να έπρεπε να το ξέρει ήδη.
- Για ποιο πράγμα; Έκανα κάτι που να αξίζει ανταμοιβή;
-Έκανες, και μάλιστα κάτι πολύ σημαντικό!, είπε ενθουσιασμένη. Τελικά τα κατάφερες!
Ο Νίκος την κοίταξε απορημένος. Δεν είχε καταλάβει τίποτα.
- Τι κατάφερα; συνέχισε τις ερωτήσεις.
Η Ζωή ξέσπασε σε γέλια. Του απάντησε ευχαριστημένη.
- Έκανες add στην αληθινή ζωή!
Ελισσαίου Αννίτα